Σάββατο, 25 Μαΐου, 2024
ΑρχικήΚΟΣΜΟΣΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΠλαστικά, ένας αιώνιος εφιάλτης ρύπανσης και συμφερόντων!

Πλαστικά, ένας αιώνιος εφιάλτης ρύπανσης και συμφερόντων!

Τα Ηνωμένα Έθνη επιδιώκουν να τερματίσουν τη ρύπανση των πλαστικών με μια διεθνώς δεσμευτική συνθήκη, όμως οι διαπραγματεύσεις είναι σκληρές και τα… λεφτά πολλά

-

Σήμερα εντοπίζονται ακόμη και στα πιο απομονωμένα σημεία του πλανήτη: από την Αρκτική και το Έβερεστ, μέχρι την Τάφρο των Μαριανών, το βαθύτερο σημείο στη Γη, στον δυτικό Ειρηνικό.

Φθηνά, ανθεκτικά και ευρείας χρήσης, τα πλαστικά είναι πλέον παντού. Κατακλύζουν θάλασσες, γη και αέρα.

Η παραγωγή τους αυξάνεται με ταχείς ρυθμούς από τα μέσα του περασμένου αιώνα, όταν το πλαστικό διαφημιζόταν ως επανάσταση, μέχρι να αποδειχθεί τελικά μια σύγχρονη «κατάρα».

Από 2 εκατομμύρια τόνους που παράγονταν το 1950, σήμερα φτάνουν τα 460 εκατομμύρια τόνους.

Η αύξηση έγινε εκθετική μέσα στην τελευταία 20ετια.

Εκατομμύρια τόνοι του υλικού ήδη καταλήγουν στο περιβάλλον, συχνά με τη μορφή μικροσκοπικών σωματιδίων.

Μολύνουν νερό και γη, οικοσυστήματα και ζώντες οργανισμούς. Φυσικά και τους ανθρώπους.

Έχει υπολογιστεί ότι, ως έχουν σήμερα τα πράγματα, κάθε άτομο καταναλώνει περίπου πέντε γραμμάρια μικροπλαστικών την εβδομάδα.

Είναι, λένε οι ειδικοί, σαν να καταπίνουμε μια πιστωτική κάρτα.

Στην πραγματικότητα εισπνέουμε, πίνουμε και τρώμε μικροπλαστικά χωρίς καν να το καταλάβουμε.

Τουλάχιστον όχι πριν να είναι αργά.

Η μόλυνση από τα πλαστικά έχει εξάλλου συνδεθεί με σειρά προβλημάτων υγείας. Από εγκεφαλικά επεισόδια, καρδιακές προσβολές, καρκίνους και πρόωρους θανάτους, μέχρι αλλεργίες, υπογονιμότητα και βλάβες του κεντρικού νευρικού συστήματος.

Τώρα νέα μελέτη του Εθνικού Εργαστηρίου Lawrence Berkeley στις ΗΠΑ -ένα ομοσπονδιακά χρηματοδοτούμενο κέντρο ερευνών στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας στο Μπέρκλεϊ- αποκαλύπτει έναν επιπλέον λόγο για να περιοριστεί δραστικά η βιομηχανία των πλαστικών.

Αφορά στην ίδια τη μάχη για την καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής.

Χωρίς τη λήψη μέτρων, επισημαίνουν οι ειδικοί, οι εκπομπές από την παραγωγή πλαστικών θα εκτοξευτούν μέχρι τα μέσα του αιώνα, «ροκανίζοντας» μεγάλο μέρος του εναπομείναντος προϋπολογισμού άνθρακα της Γης.

Στρεβλές καταστάσεις, δύσκολες λύσεις

Με ώθηση και την αύξηση του παγκόσμιου πληθυσμού, η παραγωγή πλαστικών ενισχύεται διαρκώς.

Το 2019 έφτασε τα 464 εκατομμύρια τόνους, σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ.

Η πανδημία COVID-19 δημιούργησε έπειτα μια κατάσταση δύο ταχυτήτων.

Από τη μια αυξήθηκε η ζήτηση για πλαστικά μιας χρήσης -από σύριγγες, γάντια και μάσκες προσώπου, μέχρι συσκευασίες διανομής φαγητού και αποστολών του ηλεκτρονικού λιανεμπορίου.

Από την άλλη περιορίστηκε σημαντικά η χρήση πλαστικών στη βιομηχανία και στο εμπόριο, λόγω των lockdown.

Όμως η κάμψη ήταν βραχύβια.

Έχοντας σημειώσει πτώση 2,5% σε ετήσια βάση το 2020, η χρήση πλαστικών γρήγορα ανέκαμψε.

Η διαχείριση των απορριμμάτων ωστόσο δεν άλλαξε θεματικά.

Μόνο το 17% πάει για ανακύκλωση. Ένα 16% αποτεφρώνεται. Το 45% διοχετεύεται σε χώρους υγειονομικής ταφής.

Χώρες του Παγκόσμιου Νότου μετατρέπονται σε χωματερές για τα πλαστικά του ανεπτυγμένου κόσμου, καθώς η εκεί μεταφορά τους είναι συνήθως φθηνότερη από την ανακύκλωσή τους.

Το αποτέλεσμα είναι δεκάδες τόνοι να καταλήγουν σε μη ελεγχόμενες χωματερές, να καίγονται σε ανοιχτούς λάκκους ή να μολύνουν γη και ύδατα.

Χρειάστηκε πάντως να φτάσει το 2022 μέχρι τα Ηνωμένα Έθνη να θέσουν ψηλά στην ατζέντα τους την καταπολέμηση της μάστιγας των πλαστικών.

Με τη συμμετοχή των περισσότερων χωρών-μελών τους, διεξάγουν έκτοτε διαρκείς διαβουλεύσεις για την υπογραφή διεθνούς δεσμευτικής συμφωνίας μέχρι το 2025.

Στόχος είναι ο τερματισμός της παγκόσμιας πλαστικής ρύπανσης μέχρι το 2040.

Ο τέταρτος και προτελευταίος γύρος διαπραγματεύσεων διεξάγεται αυτές τις ημέρες (23-29 Απριλίου) στην Οτάβα του Καναδά.

Όμως ο δρόμος φαντάζει ακόμη πολύ μακρής.

Ο προηγούμενος γύρος διαβουλεύσεων, πέρυσι το φθινόπωρο, στο Ναϊρόμπι, είχε πενιχρά αποτελέσματα.

Η πρόοδος των προσπαθειών «σκόνταψε» στα συμφέροντα πετρελαιοπαραγωγών χωρών και λόμπι της βιομηχανίας ορυκτών καυσίμων.

Τώρα, στην Οτάβα, τίθεται εκ νέου επί τάπητος ένα γνωστό δίλημμα -ψευδές κατά πολλές οργανώσεις και ορισμένες κυβέρνησεις.

Επιβολή ριζικών περιορισμών στην παγκόσμια παραγωγή πλαστικών ή εστίαση στην ενίσχυση της ανακύκλωσής τους;

Φαύλοι κύκλοι

Έως και τώρα, ωστόσο, παραμένει σε… δημιουργική ασάφεια ακόμη και το για ποια θέματα απαιτείται πλειοψηφία ή ομοφωνία στη λήψη αποφάσεων.

Αυτά, εν μέσω πιέσεων από τη βιομηχανία πλαστικών για λύσεις όπως η χημική ανακύκλωση, κατά την οποία διάφοροι τύποι χρησιμοποιημένου υλικού λιώνουν και επαναχρησιμοποιούνται.

Διαδικασία εξαιρετικά ενεργοβόρα.

Η ίδια η παραγωγή πλαστικών εν τω μεταξύ υπολογίζεται ότι ευθύνεται για 1,8 γιγατόνους εκπομπών ρύπων, μόνο από το 2019 και τούδε.

Αντιστοιχεί στο 3,4% των παγκόσμιων εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου.

Το 90% εξ αυτών προέρχεται από την χρήση ορυκτών καυσίμων.

Το αποτύπωμα άνθρακα θα μπορούσε να μειωθεί με τα λεγόμενα δευτερεύοντα πλαστικά, που παράγονται από ανακυκλωμένο πλαστικό.

Μέχρι στιγμής, ωστόσο, αποτελούν μόλις το 7% της πρώτης ύλης στην παγκόσμια παραγωγή.

Όμως πλέον δεν υπάρχει η πολυτέλεια του χρόνου για αναμονή.

Οι συντάκτες της μελέτης του Εθνικού Εργαστηρίου Lawrence Berkeley είναι ξεκάθαροι σε αυτό.

  • Η βιομηχανία πλαστικών, προειδοποιούν, ήδη υπονομεύει τις παγκόσμιες προσπάθειες για ανάσχεση της κλιματικής αλλαγής! Μέσα στην τελευταία πενταετία, υπολογίζουν, παρήγαγε τόσους ρύπους διοξειδίου του άνθρακα, όσα μαζί 600 εργοστάσια ηλεκτροπαραγωγής με καύση άνθρακα.

Μέχρι το 2050 και χωρίς την επιβολή περιορισμών, τα επίπεδα αυτά μπορεί να διπλασιαστούν ή και τριπλασιαστούν, λόγω της αυξανόμενης χρήσης πλαστικών, ιδίως στην Ασία, στην Αφρική και στη Λατινική Αμερική.

Σε αυτή την περίπτωση, οι εκπομπές θα ισοδυναμούν πια με 1.700 σταθμούς ηλεκτροπαραγωγής με καύση άνθρακα.

Με αυτούς τους ρυθμούς, θα «εξανέμιζαν» τον παγκόσμιο προϋπολογισμό άνθρακα μέχρι το 2060.

Σε αυτό το πλαίσιο, τονίζουν οι Αμερικανοί επιστήμονες, επιβάλλεται να αρχίσει η μείωση της πρωτογενούς παραγωγής πλαστικών κατά 12-17% σε ετήσια βάση, αρχής γενομένης μάλιστα από φέτος.

Σε διαφορετική περίπτωση, ο στόχος διατήρησης της αύξησης της μέσης θερμοκρασίας της Γης κατά 1,5 βαθμούς Κελσίου, σε σχέση με τα προβιομηχανικά επίπεδα, δεν θα είναι πλέον εφικτός…

Διαβάστε Επίσης