Τρίτη, 16 Ιουλίου, 2024
ΑρχικήΠΟΛΙΤΙΚΗΚΥΠΡΙΑΚΟΈκκληση ΠτΔ προς τ/κ και τουρκική ηγεσία όπως η Κύπρος μετατραπεί σε...

Έκκληση ΠτΔ προς τ/κ και τουρκική ηγεσία όπως η Κύπρος μετατραπεί σε σύγχρονο Ευρωπαϊκό κράτος

-

ηγεσία να μετατρέψουν την Κύπρο σε αυτό που πραγματικά της αξίζει, σε ένα σύγχρονο Ευρωπαϊκό κράτος, σε ένα κράτος ειρήνης και συνδημιουργίας, για το καλό όλων.


Ο Πρόεδρος μιλούσε σε συνέντευξη Τύπου προς προς τουρκοκυπριακά και τουρκικά ΜΜΕ σήμερα στο Προεδρικό Μέγαρο όπου εξέφρασε η χρονιά αυτή “να είναι η τελευταία που κρατά τη μικρή μας πατρίδα διαιρεμένη, διαιωνίζοντας ένα απαράδεκτο status quo, ανατρέποντας το και οδηγώντας “στην επανένωση της Κύπρου, διασφαλίζοντας την ειρηνική συνύπαρξη, την κοινωνικο-οικονομική συνεργασία, τη συνδημιουργία και προκοπή του συνόλου του λαού μας, Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων”.

Ανέφερε ότι θα ήθελε σήμερα να ήταν σε θέση να “μιλήσει για την πρόοδο που έχουμε επιτύχει και όχι για τις αιτίες που οδήγησαν σε νέο αδιέξοδο το διάλογο”.

Διαβεβαίωσε τα τουρκοκυπριακά και τούρκικα ΜΜΕ πως στόχος του δεν είναι να μπει σ’ ένα ανώφελο παιγνίδι επίρριψης ευθυνών, “αλλά στην ενημέρωση των Τουρκοκύπριων συμπατριωτών μου για κάποιες πραγματικότητες που παρεμποδίζουν ένα ουσιαστικό διάλογο που θα συμβάλει στην άρση της καχυποψίας μεταξύ των δύο κοινοτήτων, στην αλληλοκατανόηση και τον αλληλοσεβασμό”.

Τον Ιούλιο του 2013, είπε, διόρισε τον Αντρέα Μαυρογιάννη διαπραγματευτή, κάτι που εν συνεχεία έπραξε και η Τουρκοκυπριακή ηγεσία και τον Σεπτέμβρη του 2013 ξεκίνησε ένας διάλογος με στόχο τον επανακαθορισμό με σαφήνεια της επιδιωκόμενης λύσης, αφού στο μεσοδιάστημα η ηγεσία της Τουρκοκυπριακής κοινότητας προέβαλε σαν επιλογή λύσης το καθεστώς δύο κρατών.

Ύστερα από εντατικές και επίπονες προσπάθειες, είπε ο Πρόεδρος, καταλήξαμε στις 11 Φεβρουαρίου 2014 σε μια κοινή δήλωση, που κατά κοινή ομολογία λάμβανε υπόψη τις ανησυχίες και των δύο κοινοτήτων, καθόριζε με καθαρότητα τη βάση λύσης, αλλά και τις βασικές αρχές και αξίες, διεθνείς και ευρωπαϊκές, που θα έπρεπε να λαμβάνονται υπόψη στην επιδιωκόμενη λύση.

Παράλληλα, είπε, για άρση ή μείωση της δυσπιστίας μεταξύ των μερών, αλλά και της πρόσδοσης μιας νέας δυναμικής στο διάλογο, πρότεινε μια δέσμη ισοζυγισμένων μέτρων οικοδόμησης εμπιστοσύνης, που θα ήσαν προς όφελος όχι μόνον των δύο κοινοτήτων, αλλά και της Τουρκίας.

“Δυστυχώς, αβασάνιστα θα μπορούσα να πω, η πρότασή μου απερρίφθη εξ’ ολοκλήρου από μέρους της Τουρκοκυπριακής ηγεσίας”, τόνισε ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας.

Αναφερόμενος στο Κοινό Ανακοινωθέν της 11ης Φεβρουαρίου είπε ότι έδωσε την ευκαιρία να επαναρχίσει ο διάλογος, με μια πρώτη φάση προφορικών διερευνητικών προτάσεων και μια δεύτερη όπου τα μέρη κατάθεσαν γραπτώς τις προτάσεις τους εφ’ όλης των πτυχών του Κυπριακού, με εξαίρεση την κατάθεση χαρτών για εδαφικές αναπροσαρμογές, αφού η Τουρκοκυπριακή ηγεσία έκρινε πως η τυχόν κατάθεση χαρτών πριν από την διαφαινόμενη λύση θα προκαλούσε αντιδράσεις μεταξύ των μελών της Τουρκοκυπριακής κοινότητας, κάτι που έγινε σεβαστό από τη δική μας πλευρά αφού συμφωνήθηκε ότι επί θεμάτων που άπτονται του εδαφικού θα κατατίθεντο προτάσεις με συγκεκριμένα τα κριτήρια που θα εβασίζοντο οι αναπροσαρμογές.

Ο Πρόεδρος εξήγησε ότι με τη συμπλήρωση της ανταλλαγής των προτάσεων προέκυψε διαφωνία ως προς την μεθοδολογία για την έναρξη του διαλόγου, κάτι που ξεπεράστηκε με το διορισμό του Ειδικού Συμβούλου του Γενικού Γραμματέα του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, Espen Barth Eide και σε συνάντηση των ηγετών στις 17 Σεπτεμβρίου 2014.

Υπενθύμισε ότι σε κοινή δήλωση τους την ιδία ημέρα, οι δύο ηγέτες συμφώνησαν πως θα επανάρχιζαν ουσιαστικές συνομιλίες στις 9 Οκτωβρίου 2014.

Ωστόσο, στις 3 Οκτωβρίου 2014, έξι μέρες πριν τη συμφωνηθείσα επανέναρξη του διαλόγου ουσίας, η Τουρκία, “όλως αναίτια και με πρόσχημα την προστασία των Τουρκοκυπριακών συμφερόντων, εξέδωσε τη γνωστή NAVTEX για διενέργεια ερευνών στην ΑΟΖ της Κυπριακής Δημοκρατίας, παραβιάζοντας έτσι τα κυριαρχικά δικαιώματα του κυπριακού κράτους, το διεθνές δίκαιο και τη διεθνή σύμβαση του 1982 για το δίκαιο της θάλασσας”.

Προς υλοποίηση της απόφασης της απέστειλε το ερευνητικό πλοίο “BARBAROS”, συνοδευόμενο από αριθμό πολεμικών σκαφών, με άμεση έναρξη εργασιών σε τεμάχια που είχαν αδειοδοτηθεί σε ευρωπαϊκές και άλλες πολυεθνικές εταιρείες.

Ο Πρόεδρος Αναστασιάδης υπενθύμισε ότι η Κυπριακή Δημοκρατία, ως κυρίαρχο κράτος, προχώρησε σε συμφωνίες οριοθέτησης των θαλασσίων ζωνών με την Αίγυπτο, τον Λίβανο και το Ισραήλ, το 2003, το 2007 και το 2010 αντιστοίχως, χώρες με τις οποίες προχώρησε και σε συμφωνίες συνεκμετάλλευσης όμορων κοιτασμάτων.

Τόνισε ότι κατά την διάρκεια των διαπραγματεύσεων για το Κοινό Ανακοινωθέν, ουδέποτε η τουρκοκυπριακή πλευρά ήγειρε θέμα υδρογονανθράκων.

Τόσο στις προφορικές όσο και στις γραπτές προτάσεις που υπέβαλε ο Τουρκοκύπριος ηγέτης μετά το κοινό ανακοινωθέν της 11ης Φεβρουαρίου 2014, είπε, “ουδέποτε έθεσε τους όρους που μετά την έκδοση της NAVTEX διεκδικεί”.

Ανέφερε ότι η Τουρκία και ο κ. Έρογλου δεν πρόβαλαν, τα όσα σήμερα προτάσσουν, γιατί απλά εγνώριζαν πως τα δικαιώματα των Τουρκοκυπρίων ήσαν απόλυτα κατοχυρωμένα μέσα από την συμφωνία Ταλάτ – Χριστόφια και τη σύγκλιση Χριστόφια – Έρογλου που προέβλεπαν πως μετά τη λύση μεταξύ των αρμοδιοτήτων της Κεντρικής Κυβέρνησης περιλαμβανόταν και οι πολιτικές που αφορούσαν τη διαχείριση και εκμετάλλευση του φυσικού πλούτου, όπως και όσα διαλαμβάνει η διεθνής σύμβαση του 1982 για το δίκαιο της θάλασσας (συμφωνία Χριστόφια – Ταλάτ). Επίσης στη σύγκλιση θέσεων μεταξύ Έρογλου – Χριστόφια προβλέπετο η κατανομή του συνόλου των εσόδων μεταξύ των δύο συνιστωσών πολιτειών, περιλαμβανομένων και των εσόδων από την εκμετάλλευση του φυσικού πλούτου είτε στο έδαφος ή την θαλάσσια περιοχή του κράτους.

Ο Πρόεδρος Αναστασιάδης, διερωτήθηκε γιατί έξι μέρες πριν την επανέναρξή του δικοινοτικού διαλόγου προκλήθηκε μία τέτοια κρίση που δεν του άφηνε άλλη από την επιλογή αναστολής της συμμετοχής του στις διαπραγματεύσεις.

Διερωτήθηκε επίσης γιατί παραγνωρίζουν τις ξεκάθαρες δηλώσεις του για την αποδοχή των συμφωνηθέντων αλλά και την πρόταση του για συζήτηση και συμφωνία των όσων εκκρεμοτήτων υπάρχουν στη σύγκλιση Χριστόφια – Έρογλου και γιατί παραγνωρίζονται οι ανησυχίες των Ελληνοκυπρίων από τις απειλές για Σχέδιο Β που θα οδηγεί στη δημιουργία δύο κρατών;

Η Κύπρος και οι πολίτες της, είπε ο Πρόεδρος Αναστασιάδης, “αξίζουν πολύ περισσότερα από μια διαιρεμένη χώρα. Σαράντα χρόνια είναι πάρα πολλά για όλους μας, και επέστη πλέον ο χρόνος για όλους τους εμπλεκόμενους να αντιληφθούν ότι ο τεχνητός εφησυχασμός που σχετίζεται με την απαράδεκτη παρούσα κατάσταση πραγμάτων δεν είναι προς όφελος κανενός”. Μια λύση, είπε, “θα ήταν προς όφελος όλων των Κυπρίων, Τουρκοκυπρίων και Ελληνοκυπρίων, της Τουρκίας, της γειτνιάζουσας περιοχής μας και, αναμφίβολα, της διεθνούς κοινότητας”.

Διαβεβαίωσε πως “ύψιστο όραμα και χρέος” του είναι “να απαλλάξω όλους τους Κυπρίους, ειδικότερα τις νέες γενιές που αποτελούν το μέλλον της χώρας μας, από το αναχρονιστικό βάρος του να είναι αναγκασμένοι να ζουν σε μια διαιρεμένη πατρίδα στην οποία δεν απολαμβάνουν τις βασικές ελευθερίες που όλοι οι Ευρωπαίοι δικαιούνται και αξιώνουν”.

Ανέφερε ότι για τον ίδιο “υπάρχει μόνο ένα Σχέδιο. Η επίλυση του Κυπριακού και η επανένωση της Κύπρου στη βάση των όσων έχουν συμφωνηθεί ως συμβιβασμός: Τη μετεξέλιξη της Κυπριακής Δημοκρατίας σε μια δικοινοτική, διζωνική ομοσπονδία με πολιτική ισότητα, όπως καθορίζεται στα σχετικά Ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας, τις Συμφωνίες Υψηλού Επιπέδου και τη Κοινή Διακήρυξη της 11ης Φεβρουαρίου, με μια και μόνη κυριαρχία, μια και μόνη διεθνή νομική προσωπικότητα και μια και μόνη ιθαγένεια. Μια λύσης συμβατής με το Ευρωπαϊκό κεκτημένο, που θα λαμβάνει υπόψη τις ανησυχίες και ευαισθησίες και των δύο πλευρών και δεν θα αφήνει νικητές και ηττημένους”.

Τόνισε ότι δεν θα παρεκκλίνει από την επιδίωξη αυτού του διαχρονικού στόχου και ότι όλοι “πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι η Κύπρος αποτελεί το κοινό μας σπίτι και το κοινό μας μέλλον” και κάλεσε “την Τουρκοκυπριακή και Τουρκική ηγεσία να μοιραστούμε μαζί αυτό το όραμα και να μετατρέψουμε την Κύπρο μας σε αυτό που πραγματικά της αξίζει: Σε ένα σύγχρονο Ευρωπαϊκό κράτος, σε ένα κράτος ειρήνης και συνδημιουργίας, για το καλό όλων μας”.

Διαβάστε Επίσης